Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2007

Για έναν φίλο...

Σήμερα θέλω να γράψω για έναν φίλο. Για έναν φίλο που τόσο καιρο ποτέ δεν είχα γράψει και που πάντα ένιωθα την ανάγκη να το κάνω. Γνωριστήκαμε τυχαία πριν απο 6 χρόνια, ήταν συμμαθητής μου. Δεν έμοιαζε κάτι σημαντικό. Ένα παιδάκι λίγο σκουρόχρωμο, με μαλλιά μπούκλες, κοντός, με τικ και ντύσιμο σε στυλ χιπ-χοπ. Όσο αβίαστα γνωριστήκαμε, έτσι γρήγορα αρχίσαμε να κάνουμε παρέα. Τόσο γρήγορα που κανείς δεν κατάλαβε πως έγινε αυτό. Ήταν και παραμένει λίγο άκυρο μέχρι και σήμερα. Τότε είχα άλλες παρέες. Παρέες που παιδιά σαν τον Θοδωρή τα απέρριπταν. Χωρίς να τα γνωρίσουν, χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί στην εικόνα, δεν ήταν το ιδανικό πρότυπο για εκείνους. Και τελικά κατάλαβα πως το όνειρο ζωής των παιδιών που απέρριπταν τον Θοδωρή, ήταν ένα μενού που περιλάμβανε προδοσία φίλων, κουτσομπολιό, κακία και πολύ απόρριψη. Μα ο Θοδωρής δεν είχε ανάγκη όλους αυτούς. Ούτε εγώ αλήθεια. Άλλωστε γι' αυτό συνέχισα να κάνω παρέα με αυτό το τυπάκι. Κάποτε όλοι αυτοί, οι δήθεν φίλοι, με πρόδοσαν άσχημα και πισώπλατα. Όχι μπροστά μου, αντρίκεια. Ο Τεο ήταν εκεί να με στηρίξει με ότι μπορούσε. Απο το πιό απλό έως το πιό σημαντικό. Απο το σινεμά που πηγαίναμε και τα άπειρα άσκοπα βράδια έως τις συζητήσεις περι γκομενών και τις διακοπές που πήγα μαζί με αυτόν και άλλα παιδια που αποδείχθηκαν εξίσου φοβερά. Και τι σύμπτωση... και αυτούς τους έκραζαν. Έφτασα 20 χρονών και τώρα κατάλαβα τι σημαίνει άνθρωπος και φίλος. Τι σημαίνει αξία και τι περιστασιακό. Πάντα το είχα στο μυαλό μου, απλά δεν είχα παραδείγματα. Καμιά φορα μπορεί να με τσαντίζει με ότι κάνει. Με τις ατελείωτες μανίες καταδίωξης, τις τρελές του θεωρίες συνομωσίας και τον πεσιμισμό του. Πάντα όμως είμαι εκεί. Να τον βοηθάω όπως και όσο μπορώ, σε ότι χρειάζεται... Και βλέπω την ρήση " ότι δίνεις, παίρνεις" να συμβαίνει σε αυτόν. Μπορεί να μην έχει ποτέ λεφτά, να είναι μονίμως χωρίς βενζίνη αλλά ζει το όνειρο του μάγκες μου. Και πιστέψτε με είναι ένα σπουδαίο όνειρο. Με υπέροχο πρόσωπο. Κι αν αυτή η ρήση ισχύει και με μένα τότε κάποτε έκανα κάτι και ο Θεός μου έδωσε έναν φίλο. Θοδωράκη ευχαριστώ για τα πάντα, απο το λιγότερο έως το περισσότερο, απο το ευκολότερο έως το δυσκολότερο, απο το μεγαλύτερο έως το μικρότερο... Που είσαι πιστός συνοδοιπόρος σε ότι περνάμε, στους δρόμους που βαδίζουμε, στον χρόνο που φεύγει... Μην αφήνεις ποτέ κανέναν να σε μειώσει. Αξίζεις παραπάνω απο πολλούς. Και αν ποτε το ξεχάσεις, θα είμαι εκεί να στο θυμίσω, όπως πάντα άλλωστε...

"Ότι μάζευα καιρό, στη φωτιά θα το ρίξω..."

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2007

30 χρόνια απο τον θάνατο του Che



Ο Ερνέστο Γκεβάρα γεννήθηκε στο Ροσάριο της Αργεντινής, γιος της Σέλια ντε λα Σέρνα και του Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς, το μεγαλύτερο από τα συνολικά πέντε παιδιά της οικογένειας. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό γέννησής του, γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1928. Κατά τον βιογράφο του, Τζον Λι Άντερσον, η πραγματική ημερομηνία γέννησής του τοποθετείται νωρίτερα, στις 14 Μαΐου του ίδιου έτους. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μαρτυρία μίας αστρολόγου, στην οποία φέρεται να εξομολογήθηκε η μητέρα του πως ήταν ήδη τριών μηνών έγκυος όταν παντρεύτηκε τον Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς.
Η οικογένεια του ήταν μια από τις οικογένειες της αργεντινής ολιγαρχίας, με ισπανικές και ιρλανδικές καταβολές. Παρόλα αυτά οι γονείς του νεαρού Ερνέστο δεν απέφευγαν καθόλου την επαφή με ανθρώπους χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων. Πολλά μέλη της ολιγαρχίας θεωρούσαν προκλητικό αυτό τον τρόπο ζωής επειδή το ζεύγος Γκεβάρα έδειχνε φανερά ότι σεβόταν και δεχόταν προοδευτικές ιδέες. O πατέρας του χαρακτηρίζεται ως τυχοδιώκτης, που εγκατέλειψε τις αρχικές του σπουδές αρχιτεκτονικής, προκειμένου να δραστηριοποιηθεί στον επιχειρηματικό χώρο, ενώ η μητέρα του υπήρξε ένθερμη καθολική που αργότερα όμως μεταστράφηκε στο φιλελευθερισμό της αριστεράς.


Ο Ερνέστο ήταν μόλις δύο ετών όταν διαπιστώθηκε ότι πάσχει από άσθμα. Η ασθένεια αυτή τον συνόδεψε όλη του τη ζωή και συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξη της προσωπικότητάς του. Αντί να προφυλάσσεται, προσπαθούσε να σκληραγωγηθεί μέσω του αθλητισμού. Σε ηλικία εννέα ετών, παρουσίασε βαριά επιπλοκή στο άσθμα που τον ταλαιπωρούσε και διαπιστώθηκε «σπαστικός βήχας». Εξαιτίας της κατάστασης της υγείας του, δεν φοίτησε κανονικά στο σχολείο. Αρχικά, έμαθε να γράφει και να διαβάζει από την μητέρα του, ενώ αργότερα φοίτησε στο δημόσιο σχολείο ολοκληρώνοντας κανονικά μόνο τη δεύτερη και τρίτη τάξη, παρακολουθώντας τα μαθήματα των υπολοίπων όταν του επέτρεπε η υγεία του και μελετώντας κυρίως στο σπίτι.
Στην παιδική του παρέα υπήρχαν παιδιά από διάφορα κοινωνικά στρώματα της περιοχής. Ήδη τότε φανερώθηκε το χάρισμα και η κοινωνικότητα του Γκεβάρα, χαρίσματα τα οποία καλλιεργούσαν συνεχώς οι γονείς του. Ήταν πλέον καθημερινό το φαινόμενο να μπαινοβγαίνουν τα παιδιά της γειτονιάς και της περιοχής συνεχώς στο σπίτι των γονέων του. O Γκεβάρα ήταν παράλληλα σοβαρό και εσωστρεφές αγόρι, το οποίο από νωρίς άρχισε να ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία. Κατά την περίοδο της εφηβείας του, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ποίηση και ειδικότερα για το έργο του Πάμπλο Νερούδα, ενώ συγχρόνως έγραφε και ο ίδιος ποιήματα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα εκτείνονταν από κλασικά έργα του Τζακ Λόντον ή του Ιουλίου Βερν μέχρι πραγματείες του Σίγκμουντ Φρόυντ και του Μπέρτραντ Ράσελ. Σύμφωνα με τον πατέρα του, «όταν έγινε δώδεκα χρονών κατείχε μία παιδεία που αναλογούσε σε έναν νέο δεκαοκτώ ετών, ενώ η βιβλιοθήκη του ήταν γεμάτη από κάθε είδους βιβλία περιπέτειας και ταξιδιωτικά μυθιστορήματα». Σε μεγαλύτερη ηλικία, ανέπτυξε επίσης ενδιαφέρον για τη φωτογραφία.
To 1942 εγγράφηκε στο δημόσιο λύκειο Ντέαν Φούνες της Κόρδοβα. Οι σχολικοί του βαθμοί υπήρξαν πολύ καλοί στη λογοτεχνία, την ιστορία και τη φιλοσοφία, αλλά και πολύ κακοί στην αγγλική γλώσσα, τα μαθηματικά και τη φυσική ιστορία. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε να συντάσσει ένα είδος φιλοσοφικού λεξικού, καταγράφοντας τα αναγνώσματά του ή κρατώντας σημειώσεις σχετικά με αυτά. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο λύκειο, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στον τομέα της εφαρμοσμένης μηχανικής. Γράφτηκε στη Σχολή Εφαρμοσμένης Μηχανικής του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες και για ένα διάστημα εργάστηκε στην κατασκευή δημοσίων έργων, κυρίως σε μικρές πόλεις. Η ασθένεια της γιαγιάς του, Άνας, η οποία είχε υποστεί εγκεφαλική αιμορραγία και κατόπιν ημιπληγία, τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την εργασία του προκειμένου να την φροντίσει κατά τις τελευταίες μέρες της ζωής της. Τόσο η δική της κατάσταση, που οδήγησε στο θάνατό της, όσο και η προσωπική του εμπειρία με το άσθμα τον επηρέασαν βαθιά, και πιθανώς συνέβαλαν στην απόφαση του να ασχοληθεί τελικά με την ιατρική.
Το 1948 γράφτηκε στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1953, χωρίς όμως να ακολουθήσει την κλινική πρακτική που απαιτείτο προκειμένου να είναι σε θέση να εξασκήσει το επάγγελμα του γιατρού. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, στα τέλη του 1950, εξασφάλισε άδεια ώστε να εργαστεί ως νοσοκόμος σε εμπορικά πλοία του αργεντινού στόλου. Τους επόμενους μήνες πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην νότια και στην κεντρική Αμερική, στη διάρκεια των οποίων έζησε από κοντά της κοινωνικές συνθήκες στις λατινοαμερικανικές χώρες. Επηρεασμένος από τις εμπειρίες αυτές, άρχισε να ασχολείται όλο και περισσότερο με τα πολιτικά ζητήματα και τον Μαρξισμό.

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΥΒΑ

Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1954, ο Γκεβάρα ταξίδεψε στο Μεξικό, που αποτελούσε κοινό προορισμό εξόριστων Λατινοαμερικανών, από χώρες όπως το Πουέρτο Ρίκο, το Περού, η Βενεζουέλα, η Γουατεμάλα και η Κούβα. Στην πόλη του Μεξικού, συνάντησε τον Κουβανό εξόριστο Νίκο Λόπες, γνώριμό του από την περίοδο της παραμονής του στη Γουατεμάλα, ενώ επανασυνδέθηκε και με την Ίλδα Γκαδέα. Προκειμένου να συντηρείται οικονομικά, εργάστηκε ως γιατρός και ως φωτογράφος, εν μέσω πολλαπλών επαγγελματικών κρίσεων και οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε κατά διαστήματα. Το καλοκαίρι του 1955, ήρθε σε επαφή με τον αδελφό του Φιντέλ Κάστρο, Ραούλ, από τον οποίο πληροφορήθηκε την επικείμενη άφιξη του Κάστρο στο Μεξικό. Στις αρχές Ιουλίου του 1955, o Γκεβάρα συνάντησε για πρώτη φορά τον Φιντέλ Κάστρο, o οποίος ήταν αρχηγός των "Moνκαντίστας", και είχε καταφύγει στο Μεξικό μετά την αποφυλάκισή του, αποτέλεσμα της χάρης που του δόθηκε από τον Μπατίστα. Την πρώτη συνεύρεσή τους ακολούθησαν πολυάριθμες συναντήσεις και συζητήσεις γύρω από την πολιτική κατάσταση στη Λατινική Αμερική και το ενδεχόμενο της οργάνωσης μίας επανάστασης ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα. Την ίδια περίπου περίοδο, η Γκαδέα του ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος και ο Γκεβάρα της πρότεινε γάμο, ο οποίος τελέστηκε τελικά στις 18 Αυγούστου 1955, στο ληξιαρχείο του μεξικανικού χωριού Τεποτσοτλάν.
Πεπεισμένος πως ο Κάστρο είχε τις προϋποθέσεις να αποτελέσει ένα χαρισματικό ηγέτη της κουβανικής επανάστασης, ο Γκεβάρα συμμετείχε στο κίνημα της 26ης Ιουλίου (ισπ. Movimiento 26 de Julio, M-26-7), με στόχο την ένοπλη δράση για την ανατροπή του κουβανικού καθεστώτος. Ο Γκεβάρα συμφώνησε να τους συνοδεύσει με την ιδιότητα του γιατρού, ωστόσο έλαβε κανονικά μέρος στην στρατιωτική εκπαίδευση των ανταρτών, το βασικό στάδιο της οποίας ξεκίνησε στις αρχές του 1956, υπό τις οδηγίες του Μεξικανού παλαιστή Αρσάνιο Βαγένας σε ζητήματα εκγύμνασης και αυτοάμυνας, καθώς και του πρώην συνταγματάρχη του Ισπανικού Δημοκρατικού Στρατού, Αλπέρτο Μπάγιο. Στα απομνημονεύματα του Μπάγιο, πληροφορούμαστε πως ο Γκεβάρα επέδειξε μεγάλη θέληση κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, αποτελώντας τον καλύτερο μαθητή του. Την ίδια περίοδο, θεωρείται πιθανό πως απέκτησε το παρωνύμιο Τσε (Che), εξαιτίας της συχνής χρήσης της λέξης che (φίλος ή και επιφώνημα: Ε εσύ!) που έκανε ο ίδιος μιλώντας, έκφραση που αν και είχε εισαχθεί στη γλώσσα των Αργεντινών, φαινόταν αστεία στους Κουβανούς.
Στις 25 Νοεμβρίου του 1956, 82 επαναστάτες, μεταξύ αυτών και ο Τσε Γκεβάρα, ταξίδεψαν με το πλοιάριο Granma, από τον ποταμό Τούξπαν του Mεξικoύ με προορισμό την Κούβα, στην οποία έφθασαν τελικά στις 2 Δεκεμβρίου. Κατά την απόβασή τους, δέχθηκαν επίθεση από τα στρατεύματα του καθεστώτος, από την οποία επέζησαν 15-20 αντάρτες που κατάφεραν να ανασυνταχθούν και να καταφύγουν στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα. Με σημείο εκκίνησης την επίθεση αυτή, ο ρόλος του Τσε Γκεβάρα στον ανταρτοπόλεμο διαφοροποιήθηκε σταδιακά, αντιλαμβανόμενος o ίδιος όλο και λιγότερο ως μοναδικό καθήκον του την ιατρική συμπαράσταση, και λαμβάνοντας ενεργό μέρος στις ένοπλες δραστηριότητες τον επαναστατών. Η αποφασιστικότητά του και οι ικανότητες του, σύντομα οδήγησαν στην άνοδό του στην ιεραρχία του αντάρτικου σώματος, κερδίζοντας το σεβασμό των υπολοίπων ανταρτών, χωρίς να απουσιάζει και το αίσθημα του φόβου που προκαλούσε ενίοτε η σκληρότητά του, υπεύθυνος ο ίδιος για εκτελέσεις ανταρτών που λειτουργούσαν ως πληροφοριοδότες του κουβανικού καθεστώτος. Υπήρξε ο πρώτος αντάρτης, στον οποίο δόθηκε το αξίωμα του Κομαντάντε του Επαναστατικού Στρατού της Κούβας, στις 21 Ιουλίου 1957. Αν και μέχρι τότε αποτελούσε έναν απλό οπλίτη, χωρίς να έχει διακριθεί ιδιαιτέρως σε στρατιωτικό επίπεδο αλλά έχοντας επιδείξει γενναιότητα και αρχηγικές δεξιότητες, ο Κάστρο του εμπιστεύτηκε την ηγεσία της Δεύτερης Φάλαγγας του αντάρτικου στρατού (για λόγους παραλλαγής έφερε τον αριθμό 4), έχοντας έτσι μόνο τον Κομαντάντε εν Σέφε Φιντέλ Κάστρο ως ανώτερό του.
Η μεγαλύτερη ίσως στρατιωτική επιτυχία του Τσε Γκεβάρα υπήρξε η κατάκτηση της Σάντα Κλάρα στις 29 Δεκεμβρίου 1958, μία καθοριστική στιγμή στην ιστορία της κουβανικής επανάστασης. Είχαν προηγηθεί δύο χρόνια ανταρτοπολέμου στην Σιέρρα Μαέστρα εναντίον του πολύ μεγαλύτερου στρατού του Μπατίστα, o οποίος δεχόταν και την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών. Με την κατάκτηση της Σάντα Κλάρα, ο δρόμος για την πρωτεύουσα Αβάνα ήταν πλέον ελεύθερος και την 1η Ιανουαρίου του 1959, ο δικτάτορας Μπατίστα εγκατέλειψε την Κούβα, με προορισμό την Δομινικανή Δημοκρατία. Την μάχη στη Σάντα Κλάρα ακολούθησαν και άλλες σημαντικές πολεμικές συγκρούσεις, πριν την τελική επικράτηση των ανταρτών.

Η ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΥΒΑ

Στις 11 Δεκεμβρίου του 1964 εκπροσώπησε την Κούβα στη Συνδιάσκεψη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Στην ομιλία του ξεχωρίζει η έντονη διαμαρτυρία του ενάντια στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και τις λατινοαμερικανικές δικτατορίες, η συμπαράταξή του στο θέμα του πυρηνικού αφοπλισμού και το ειρηνευτικό σχέδιο που προτείνει για την Καραϊβική. Λίγες ημέρες αργότερα, ξεκίνησε μία τρίμηνη διεθνή περιοδεία, κατά την οποία επισκέφτηκε την Αλγερία, την Κίνα, τη Γκάνα, τη Γουινέα, το Μάλι, το Κονγκό, την Τανζανία, με μικρές στάσεις στο Παρίσι, την Ιρλανδία και την Πράγα. Στις 24 Φεβρουαρίου, έλαβε μέρος στη διάσκεψη του δεύτερου Οικονομικού Σεμιναρίου Αφροασιατικής Αλληλεγγύης, πραγματοποιώντας την τελευταία δημόσια παρουσία στο διεθνές προσκήνιο. Η ομιλία του προκάλεσε αρκετές εντάσεις στο σοβιετικό μπλοκ, δηλώνοντας πως οι σοσιαλιστικές χώρες όφειλαν να επωμιστούν το κόστος των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων, ενώ θεωρείται πιθανό πως προκάλεσε επίσης ρήξη στη σχέση του με τον Κάστρο, αν και δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά στα απομνημονεύματα του ίδιου του Γκεβάρα. Τον Μάρτιο του 1964, επέστρεψε στην Αβάνα.
Οι διαφορές του με τον Κάστρο σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της Κούβας με την Σοβιετική Ένωση ή την οικονομική πολιτική πιθανώς συνέβαλαν στην απόφαση του Τσε να εγκαταλείψει την Κούβα, σκοπεύοντας να μεταφέρει την επανάσταση σε όλον τον κόσμο. Την 1η Απριλίου συνέταξε το αποχαιρετιστήριο γράμμα του προς τον Φιντέλ Κάστρο.

Η ΒΟΛΙΒΙΑ ΚΑΙ Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Μετά από μία σύντομη παραμονή στην Αβάνα, ο Γκεβάρα εγκαταστάθηκε στην Βολιβία και ειδικότερα στην ορεινή περιοχή Νιανκαουασού (Ñancahuazú), όπου επρόκειτο να οργανωθεί ο πυρήνας του αντάρτικου στρατού, του οποίου τα μέλη είχαν εκπαιδευτεί νωρίτερα στην Κούβα. Ο Τσε κατέγραψε τα βιώματά του εκείνο το διάστημα, στον ελεύθερο χρόνο που διέθετε, κρατώντας τις σημειώσεις που αργότερα εκδόθηκαν σε βιβλίο. Οι συγκρούσεις με τον βολιβιανό στρατό ήταν τακτικές. O Τσε Γκεβάρα και οι αντάρτες του δεν κατάφεραν να προσελκύσουν τους φτωχούς Βολιβιανούς αγρότες και η προσπάθειά του να φέρει την επανάσταση και στην Βολιβία κατέληξε σε αποτυχία. Ένας σημαντικός λόγος για την αποτυχία αυτή ήταν το γεγονός ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βολιβίας δεν τον υποστήριξε στην προσπάθειά του. Επιπλέον, ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε και η ενίσχυση του βολιβιανού στρατού από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στις 8 Οκτωβρίου, η ομάδα των ανταρτών καθοδηγούμενη από τον Τσε Γκεβάρα, περικυκλώθηκε. Κατά τη διάρκεια της τελικής μάχης, στην περιοχή του φαραγγιού του Τσούρο, η ομάδα αναγκάστηκε να διασκορπιστεί και ο Γκεβάρα τραυματίστηκε στη δεξιά κνήμη, ενώ συγχρόνως το όπλο του αχρηστεύτηκε από έναν πυροβολισμό. Τελικά συνελήφθη και αργότερα μεταφέρθηκε στον πλησιέστερο οικισμό Λα Χιγκέρα. Την καταδίωξη του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία παρακολουθούσε επίσης η CIA, με επικεφαλής τον πράκτορα Φέλιξ Ροντρίγκεζ (Félix Rodríguez), ο οποίος μετέφερε την πληροφορία της σύλληψής του στο αρχηγείο της υπηρεσίας του και σύντομα μετέβη ο ίδιος στη Λα Χιγκέρα.
Μετά από μερικές ανακρίσεις στο σχολείο του χωριού, ο αιχμάλωτος Γκεβάρα δολοφονήθηκε, στις 9 Οκτωβρίου 1967, από τον υπαξιωματικό του βολιβιανού στρατού Μάριο Τεράν (Mario Terán). Ο συγκεκριμένος αρχικά δίστασε να εκτελέσει την εντολή για τη δολοφονία του αλλά τελικά πυροβόλησε τον αιχμάλωτο, ο οποίος φέρεται να του είπε «Ήρθατε να με σκοτώσετε. Ρίξε, δειλέ, έναν άντρα θα σκοτώσεις». Ο θάνατός του σημειώθηκε λίγο μετά τη 1.00 το μεσημέρι. Στην Κούβα, ο Φιντέλ Κάστρο κράτησε αρχικά επιφυλακτική στάση απέναντι στην είδηση του θανάτου του, ωστόσο στις 15 Οκτωβρίου, αποδέχτηκε το γεγονός, μετά από την εμφάνιση φωτογραφικών αποδείξεων.
Το πτώμα του Γκεβάρα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Σαν Χοσέ ντε Μάλτα όπου έγινε και νεκροψία, στο πρακτικό της οποίας καταγράφτηκαν συνολικά εννέα πληγές που είχαν προκληθεί από σφαίρες. Σύμφωνα με τη νεκροψία, ο θάνατός του προκλήθηκε από τα τραύματα που έφερε στο θώρακα και την αιμορραγία. Το πτώμα του έπρεπε για τους στρατιωτικούς να χαθεί δίχως κανένα ίχνος και θάφτηκε κρυφά κοντά στο αεροδρόμιο, 30 χλμ. από την Λα Χιγκέρα. Νωρίτερα, στο νοσοκομείο, είχαν κοπεί τα χέρια του, τα οποία διατηρήθηκαν σε φορμόλη προκειμένου να γίνει αργότερα η οριστική αναγνώρισή του. Το πτώμα του έμεινε στον μυστικό του τάφο μέχρι που ανακαλύφθηκε στις 12 Ιουλίου 1997 στο Βαγιεγκράντε της Βολιβίας. Αφού μεταφέρθηκε στην Κούβα, κηδεύτηκε στη Σάντα Κλάρα, την πόλη που ο ίδιος είχε κατακτήσει το 1958 ανοίγοντας το δρόμο για την τελική νίκη του Κάστρο.
Ανάμεσα στα αντικείμενα του Τσε Γκεβάρα που διέθεταν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους διώκτες του, ανήκε και το ημερολόγιό του, στο οποίο καταγράφονταν τα γεγονότα που σχετίζονταν με τη δράση του αντάρτικου σώματος στο έδαφος της Βολιβίας. Η πρώτη καταχώρηση σε αυτό έγινε στις 7 Νοεμβρίου του 1966, λίγο καιρό μετά την εγκατάσταση του Τσε Γκεβάρα στην περιοχή Νιανκαουασού, ενώ η τελευταία καταγραφή σημειώθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1967, μία ημέρα πριν την σύλληψή του. Στο ημερολόγιο αναφέρεται πώς οι αντάρτες αναγκάστηκαν να προβούν σε επιχειρήσεις πρόωρα, εξαιτίας της ανακάλυψής τους από τον βολιβιανό στρατό, όπως και οι λόγοι για τους οποίος ο Γκεβάρα αποφάσισε να διαχωριστεί η φάλαγγα σε δύο μονάδες, χωρίς να καταφέρουν έκτοτε να έρθουν σε επαφή, περιγράφοντας συνολικά τα αίτια της αποτυχίας του αντάρτικου στρατού. Το ημερολόγιο τυπώθηκε μετά από ελέγχους της γνησιότητάς του, στις 22 Ιουνίου 1968 στην Κούβα. Η διανομή του έγινε δωρεάν και συγχρόνως δημοσιεύτηκε σε άλλα έντυπα ανά τον κόσμο.

(πηγή WIKIPEDIA)

"Αθλητικογράφος θέλω να γίνω μπαμπά..."

Αλήθεια, ποιός θυμάται τι ήθελε να γίνει όταν μεγάλωνε; Όταν ήταν μικρός και έπαιζε με τα παιχνίδια του και ξαφνικά την επόμενη μέρα έπρεπε να θυμηθεί το παιδικό του όνειρο γιατί ξεκινούσε την τρίτη λυκείου. Και αυτό το όνειρο ξεχάστηκε, γιατί λεηλατήθηκε απο πιέσεις, συμβουλές και επιταγές γονιών. Με το να γίνεις δικηγόρος, γιατρός, λογιστής, γίνεσαι "άνθρωπος". Άνθρωπος που μπορεί να έχει λεφτά, φήμη, δόξα. Μα τι μένει μέσα του, πέρα απο τον καημό του απραγματοποίητου, αλήθεια; αν αυτός ο κάποιος ήθελε να γίνει μπασκετμπολίστας, συγγραφέας, ποιητής, σεφ ή σκιτσογράφος; ποιός και γιατί του το απαγορεύει αυτό; για να γίνουμε μια μάζα ανθρώπων που φοράμε τα ίδια, κάνουμε τα ίδια, ακούμε τα ίδια και στις κρυφές μας στιγμές κλαίμε για τη ζωή που αφήσαμε και πέρασε; γιατί να είναι όλα τόσο μίζερα ρε παιδιά; γιατί σε αυτό τον τόπο να είναι τόσο αντίθετο να πραγματοποιήσει κάποιος το παιδικό του όνειρο, αυτό για το οποίο χαμογελούσε κάθε φορά που απαντούσε στην ερώτηση "τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις καμάρι μου;". "Αθλητικογράφος μπαμπά...", έτσι απαντούσα εγώ. Ο μπαμπάς προβληματιζόταν, ήθελε να με δεί λογιστή. Εγώ αθλητικογράφος έγινα. Δεν ξέρω αν θα πετύχω, ξέρω πως μου αρέσει, το αγαπάω και το κάνω με μεράκι. Μπορεί να μην βγάλω λεφτά απο αυτό, αλλα θα το σβήσω απο τη λίστα των απραγματοποίητων ονείρων μου. Και κάθε φορά θα παλέψω να σβήσω ακόμα ένα. Οπότε όσοι μπορείτε κάντε και σπουδάστε ότι αγαπάτε. Θα πετύχετε σε αυτό, να είστε σίγουροι. Και μην αφήνετε κανέναν να φιμώνει τα όνειρα σας. Ακόμα κι αν δεν το κάνετε , παλέψτε το για την εμπειρία, για το γαμώτο. Καλό χειμώνα...

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2007

Μόνο εσύ...

Περνώντας ο καιρος άρχισα να καταλαβαίνω πράγματα και καταστάσεις. Τα είδα όλα αλλιώς. Πιο ήρεμα, πιο καθαρά... με συναίσθημα, χωρίς λογική. Είδα πως έναν χρόνο τώρα υπήρχε πάντα μέσα στη ζωή μου. Το χαμόγελο της, το βλέμμα της, το γέλιο της, η (έμμεση μα τόσο αποτελεσματική) επιρροή της πάνω μου. Στη σκέψη μου. Όσο κι αν συνέχισα, με όσες κι αν προσπάθησα πάλι εκείνη έμεινε. Δε θα την έλεγα έρωτα της ζωής μου, σίγουρα όχι. Το ξέρω. Κι όμως πάλι δεν παύω να ρισκάρω για εκείνη πράγματα. Φαινομενικά ομορφότερες, πιο γκλαμουράτες, με πιο πολλες κατακτήσεις κοπέλες. Για εκείνη που είναι κοντούλα, με το πιο εκφραστικό χαμόγελο, με τα ατημέλητα μαλλιά της, τα σκισμένα τζην της, τα allstar της και την τελείως αντιστάρ συμπεριφορά της. Είναι το φλου που λείπει απο τη ζωή μου, η χαλάρωση της δύσκολης μέρας, το ξέσπασμα στην πίεση, η νηνεμία στην καταιγίδα, η αλήθεια στην υποκρισία. Είναι το αντίβαρο στην κακή μου διάθεση. Η αγκαλιά της μόλις που με χωράει και όμως νιώθω σα να χάνομαι μέσα της. Και σκέφτομαι πόσα της έκανα. Πόσο την πόνεσα. Κι όμως και πάλι γύρισε. Χωρίς να τη χρειάζομαι, μου έγινε συνήθεια. Καλή συνήθεια. Ίσως είναι η μόνη που ένιωσα ότι με νοιάζεται τόσο. Και τη νοιάζομαι κι εγώ, αλήθεια. Πάντα τη νοιαζόμουν, πάντα την θεωρούσα όμορφη, ότι κι αν έλεγαν γύρω μου. Δε με νοιάζει που όλοι θεωρείτε πως αξίζω καλύτερη κοπέλα. Εγώ αυτή αγαπάω, ναι την κοπελιά που είναι τελείως φλού. Ας χαραμίζομαι, δεν τρέχει και τίποτα. Είδα κι όταν δεν χαραμιζόμουν... Η δική μας ευτυχία είναι το ζήτημα αδέρφια, αν έχετε βρεί το δικό σας "νησί" ακόμα κι αν άλλοι το λένε ξερονήσι, μην ασχολείστε... Εσείς τουλάχιστον ξεφεύγετε πραγματικά απο τη βαβούρα της καθημερινότητας, δεν προσθέτετε κι άλλη... Γιατί αν δεν αγαπάς πραγματικά αυτο που έχεις απέναντί σου, γίνεται μία παραπάνω βαβούρα...

Σ' αγαπάω όμορφη...

Για τη Χρύσα...

ΠΑΜΕ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ
ΠΑΜΕ ΑΛΛΗ ΜΙΑ
ΠΑΜΕ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΞΑΝΑ...

ΜΠΡΟΣ ΜΟΥ ΠΑΛΙ ΣΚΟΤΕΙΝΑ
ΠΑΛΙ ΣΚΟΤΕΙΝΑ
ΚΙ ΟΛΟ ΠΑΜΕ ΣΤΑ ΤΥΦΛΑ...

ΚΙ ΟΛΟ ΠΑΜΕ ΣΤΑ ΤΥΦΛΑ
ΚΙ ΕΧΩ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ...

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ
ΡΙΞ' ΤΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ
ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΠΙΟ ΜΠΡΟΣΤΑ...

τα UFO, ο Κωστάκης και ο "στρατηγός άνεμος"

Κάποτε οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι, ψηφίζωντας για δεύτερη φορα τον Μπους έπειτα απο τις "ειρηνοδημοκρατικές" παρεμβάσεις που έκανε στο Ιράκ, βγήκαν με βίντεο στο διαδίκτυο και ζητούσαν συγνώμη απο τον υπόλοιπο κόσμο. Απλοί καθημερινοί πολίτες. Το θεώρησαν τουλάχιστον υποχρέωση τους προς εμάς. Σημαντικό μπορεί να μην ήταν, ήταν όμως κάτι. Την Κυριακή λοιπόν ήρθε και η δική μας σειρά. Να πάρουμε και εμείς μέρος στην γιορτή της (Νέας όπως αποδείχθηκε και όχι της απλής) δημοκρατίας. Ήταν η πρώτη φορά που ψήφισα για βουλευτικές εκλογές και ίσως γι' αυτό ήμουν πεποισμένος πως δεν θα βαστήξει ακόμα μια τετραετία ο Κωστάκης και τ' αλλα παιδιά. Κι όμως... η καμμένη Πελλοπόνησος ήταν γαλάζια στον εκλογικό χάρτη. Η πνιγμένη απο τις βροχές Χαλκιδική επίσης. Και η Νέα Δημοκρατία έκανε πάρτι ψήφων. Και αυτό με έκανε να αναρωτιέμαι... Τι πρέπει λοιπόν να γίνει για να χαρακτηριστεί μία κυβέρνηση ανίκανη; Προφανώς δεν φτάνουν οι φωτιές, οι νεκροί, τα ομόλογα, η απροετοιμασία και όλες αυτες οι τραγικές ελλείψεις. Προφανώς θεώρησαν την κυβέρνηση πετυχημένη που κατάφορα να σώσει την ένδοξη μας Ελλάδα απο την ασύμμετρη απειλή, απο τους ξένους κατασκόπους, απο τα UFO, τα Ελ και τους Αναρχικούς και αντιεξουσιαστές που καίνε την Ελλάδα. Και μη γελάσετε, πολλοί απο αυτούς το πίστεψαν. Και μιλάμε για περίπου 2.980.000 ανθρώπους. Ακόμα τραγικότερο είναι οι 15.270 πολίτες που ψήφησαν τον κύριο Πολύδωρα να ξαναβγεί στη βουλή. Ναι, αυτόν που χαρακτήρησε τον "στρατηγό άνεμο" ως την αιτία των ολοκαυτωμάτων που υπέστη η Ελλάδα πριν απο ενάμιση μήνα. Α, είναι και ο ίδιος που μίλησε πρώτος για την ασύμμετρη απειλή. Όπου απειλή βάλτε τη λέξη μαλ...ια. Το τελευταίο και πιό ενδιαφέρον σκηνικό των εκλογών μας ήταν οι βουλευτές που εξέλεξαν όσοι ψήφισαν ΛΑ.Ο.Σ. Άδωνις Γεωργιάδης, Μάκης Βορίδης και Αθανάσιος Πλεύρης. Δεν σας λέω τον βίο του καθενός, αναζητήστε τον... θα απορήσετε και εσείς. Καλό κουράγιο σε όσους είπαν όχι στον δικομματισμο...

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2007

Τους εαυτούς σας λυπηθείτε...

Είμαι απο τους ανθρώπους που δύσκολα εκνευρίζονται με κάποιες καταστάσεις. Κι όταν συμβεί αυτό προσπαθώ πάντα να δικαιολογήσω τον υπαίτιο. Να του προσάψω κάποιο ελαφρυντικό. Αυτή τη φορά πραγματικά δε μου βγαίνει να το κάνω. Με όλη αυτή την καταστροφή που συνέβη. Σε ανθρώπους, δέντρα, ζώα. Στην Ελλάδα ολάκερη. Θα προσπαθήσω να σκεφτώ ένα ελαφρυντικό. Πως τόσες φωτιές, τόσο ξαφνικές και τόσο γρήγορα εκδηλωμένες, είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν. Σύμφωνοι. Η πολλοστή αδράνεια της εκάστοτε κυβέρνησης σε τόσο σοβαρά ζητήματα πότε θα αντιμετωπιστεί; πότε θα υπάρξει ένα υποτυπώδες σχέδιο που δεν θα αφήσει την Ελλάδα σε πλήρη αποσύνθεση; Ως πότε κι εμείς θα συνεχίσουμε να εκλέγουμε όλους αυτούς που πατάνε, βέβυλα, στον πόνο και την καταστροφή αυτών των ανθρώπων, ζητώντας και γλύφωντας για ψήφους; Κουράστηκα πια να βλέπω αυτη την ευθυνοφοβία, αυτή την ακαταστασία και την προχειρότητα όλων αυτών των αυλοκολάκων που κυβερνούν τον τόπο. Καταστρέφουν εδώ και καιρό την άμοιρη την Ελλάδα και εμας μαζί της, πίνουν σταγόνα σταγόνα το αίμα μας και φτιάχνουν περιουσίες πάνω στις πλάτες μας. Αυτή τη φορά η ανικανότητα τους πέρασε κάθε όριο. Σκότωσε, έκαψε. 64 άνθρωποι, 1.500.000 στρέμματα καμμένου δάσους και ζώα που ακόμα δεν έχουν μετρηθεί. Αυτοί είναι οι αριθμοί που πρέπει να θυμάστε κύριοι άρχοντες. Ούτε η διαφορά που υπάρχει στα γκάλοπ μεταξύ σας. Αυτά δεν έχουν σημασία. Γιατί όλοι ίδιοι είστε και το ξέρετε. Πάψτε λοιπόν να τσακώνεστε κύριε Καραμανλή, κύριε Παπανδρέου, κύρια Παπαρήγα, κύριε Αλαβάνο, κύριε Καρατζαφέρη. Κοιτάξτε στα μάτια τους ανθρώπους που έχασαν τα πάντα εξαιτίας της απροετοιμασίας σας, αυτούς που έφυγαν απο τα σπίτια τους με μία αλλαξια ρούχα, αυτους που έχασαν παιδιά, γυναίκες, άντρες, μανάδες, πατεράδες. Μην τους λυπηθείτε, είναι περήφανοι άνθρωποι, δεν έχουν ανάγκη τη συμπόνοια σας. Το απέδειξαν όταν έσωσαν τα χωριά τους μόνοι τους. Απο αυτούς παραδειγματιστείτε. Αφήστε τα περι ασύμμετρης απειλής γιατί η μόνη απειλη για τον τόπο αυτό είστε εσείς. Εσείς που λέτε μεγάλα λόγια εξ αποστάσεως. Και για ένα πράγμα παρακαλάω. Να σας ''κάψουν'' κι εσας στις εκλογές. Με την ευκολία που τους κάψατε κι εσείς.

Κυριακή 29 Ιουλίου 2007

Πηγαίνω μόνος...


Και ποιός δεν νιώθει μόνος κάποιες φορές; πως όσο κι αν τα έχουμε όλα, φίλους, γυναίκες, λεφτά πάντα κάτι δε θα είναι αρκετό. Πάντα ζητάμε παραπάνω και καλύτερα. Αυτό άλλωστε είναι στη φύση του ανθρώπου... Αλήθεια όμως, τι είναι αυτό που μας λείπει. Για ποιό φως περνάμε τούνελ ολόκληρα; μήπως καταβάθος δεν ξέρουμε; και όσο το πλησιάζουμε αυτό φαντάζει όλο και πιό μακρινό; ίσως καταβάθος να θέλει να μας εξαντλήσει και να το παρατήσουμε. Μα ποιός βγήκε χαμένος όταν πάλεψε αληθινά για κάτι; Βλέπω και μένα... Κυνηγάω κάτι εδώ και χρόνια χωρίς να ξέρω τι πραγματικά είναι. Πάντα παίρνει διαφορετικές μορφές, σα χαμαιλέοντας. Άλλοτε λέγεται φιλία, άλλοτε σχέση, άλλοτε αξίες. Και η μόνη κληρονομιά απο τόσα χρόνια περιπλάνησης είναι δύο μάτια στο μυαλό μου, μια κρυφή ελπίδα και πολλές σαβούρες. Πάντα όμως σηκώνομαι και συνεχίζω χωρίς να βάλω μυαλό, κλείνοντας τα μάτια σε όλους τους πειρασμούς που μου παρουσιάζονται. Σα τους λωτούς του Οδυσσέα... Ψάχνω κι εγώ μια Ιθάκη. Και η παρηγοριά μου είναι πως δεν είμαι μόνος σε αυτό το ταξίδι, σε αυτή τη διαδρομή. Είμαστε πολλοί. Άλλοι πιο δυνατοί, άλλοι λιγότερο. Μα ο ένας δίνει κουράγιο στον άλλο. Μην κάνετε πίσω, κυνηγήστε το καλύτερο, μην αρκείστε!!! αγαπήστε, μεθύστε, ταξιδέψτε, ονειρευτείτε και κάποτε θα σας βγάλει κάπου ο δρόμος... και η ταμπέλα δεξιά θα λέει... Η Ιθάκη σου...

Σάββατο 28 Ιουλίου 2007

Δε σε έχω πιά, δε σε έχω...


Σκέφτομαι καμιά φορά πως πέρασαν χρόνια... Πως πάει πιά πολύ καιρός απο τότε που σε είχα. Τότε ήμουν παιδί ακόμα... και τώρα υποτίθεται πως μεγάλωσα. Πως αλλάξαμε. Και μπορεί να έχεις και δίκιο. Δεν ξέρω. Απλά δεν ξέρω αν άλλαξα τόσο ώστε να τα ξεχάσω όλα. Δεν ξέρω αν άλλαξα τόσο ώστε να θέλω να έχω τις τυπικές επαφές μαζί σου. Και αυτό που μένει είναι ένα γιατί. Γιατί να παγώνουν όλα έτσι. Γιατί πρέπει να γίνουμε ξένοι. Απάντηση δε βρήκα, ούτε νομίζω πως θα βρω ποτέ. Δεν έχουν άλλωστε όλα τα ερωτήματα απαντήσεις. Απλά υπάρχουν. Μετά απο λίγο καιρό μας φεύγουν, μετα μας ξανάρχονται, μας ξαναφεύγουν και η ζωή μας συνεχίζεται. Καμιά φορά που το σκέφτομαι και προσπαθώ να θυμηθώ το πως ένιωθα για σένα, κατάλαβα πως έτσι δεν ένιωσα ξανα για καμία. Άλλωστε γι' αυτό παραμένεις κάτι ξεχωριστό για μένα. Ξέρω πως έκανα κι εγώ λάθη. Μα δεν είχα ευκαιρίες, όπως είχες εσύ. Ακόμα θυμάμαι πως έκανες ότι μπορείς για να με πληγώσεις την τελευταία φορά... κι απο τότε τέλος. Κάτι μηνύματα σε γιορτές και του χρόνου πάλι. Δεν ξέρω γιατί τα γράφω αυτά τώρα, ίσως κάποιο βαθύ παράπονο για την τωρινή κατάσταση. Μα δε θα αλλάξω και τίποτα. Πέρα απο το ότι κάθε φορά που θα σε βλέπω θα χαζεύω σα να βλέπω ένα θαύμα, όλα τα άλλα με μας ίδια θα μείνουν... Και ίσως έτσι πρέπει να είναι. Μάλλον πιο πολύ για σένα λιγότερο για μένα. Και αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν να ξεχνάς έτσι εύκολα. Λες και ήμουν κάτι πρόχειρο για σένα. Μπορεί και να ήμουν, απλα δε θέλω να το σκεφτώ. Γιατί πραγματικα θα διαλύσεις το παρελθόν μου. Όχι το παρόν μου. Άλλωστε αυτό έμεινες, παρελθόν. Όχι παρόν. Επιλογή σου...

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2007

Εθνική Ελλάδος, γειά μας...


Είδα χθες την εθνική νέων στον αγώνα με τη Γερμανία. Πραγματικά όταν έβλεπα το παιχνίδι απογοητεύτηκα. Όχι για την απόδοση της ομάδας, αλίμονο. Απογοητεύτηκα διότι σκέφτηκα πόσα λεφτά χαλάνε οι ελληνικές ομάδες προκειμένου να κάνουν την υπέρβαση στην Ευρώπη. Ναι, αυτή την καραμέλα που μασιέται χρόνια, δε λέει να λιώσει και καταναλώνεται απο πολλούς. Οπαδούς και παράγοντες. Χαλάνε λοιπόν τόσα λεφτά, ενώ υπάρχουν αυτά τα παιδιά τα οποία αν μη τι άλλο είναι πιό αξιόπιστα και πιό συνηδειτοποιημένα απο τον κάθε Γκαλέτι ή τον κάθε Ν' Ντογιέ που έρχεται στην Ελλάδα. Σίγουρα τόσα χρόνια θα ήταν η σκιά πολλών μετριότατων ξένων παιχτών. Περίμεναν καρτερικά να τους δωθεί η ευκαιρία όπως στο Νίνη ή στον Παπασταθόπουλο. Αλλά δυστυχώς δεν είχαν Ισπανούς προπονητές. Είχαν προπονητές οι οποίοι μονίμως έλεγαν πως "ο τάδε δεν είναι έτοιμος για μεγάλα παιχνίδια ακόμα" ή πως είναι επένδυση για το μέλλον. Και έτσι φτάνουμε στην Ελλάδα έναν παίχτη 25 χρονών να τον θεωρούμε ταλέντο. Αλήθεια δεν ξέρω πόσοι θα πάρουν ευκαιρίες του χρόνου από τους συλλόγους τους. Ξέρω ένα πράγμα μόνο. Πως αυτά τα παιδιά ότι κατάφεραν θα είναι μόνο χάρη στις ικανότητες τους. Ξέρω πως αν καταφέρουν και σηκώσουν την κούπα θα βγουν όλοι να πανηγυρίσουν στους δρόμους. Ακόμα κι αυτοί που έλεγαν τον Νίνη Αλβανό. Ότι κι αν είναι αυτό το παιδί, σίγουρα έπαιξε και νιώθει πολύ πιο Έλληνας, από όλους αυτούς τους Ελληναράδες που δεν τον δέχονταν. Και αυτοι θα είναι οι ίδιοι που την Παρασκευή, αν το πάρει η Ελλάδα, θα τον αποθεώνουν. Όπως έγινε και με τον Πύρρο Δήμα, τον Κάχι Καχιασβίλι και άλλους πολλούς. Μακάρι λοιπόν να δούμε αυτά τα παιδία να παίζουν βασικοί και αναντικατάστατοι και να μην τα αναπολούμε σε κάθε επέτειο του μεγάλου τελικού... ΅μη φάει κι αυτή τη φορα η Ελλάδα τα παιδιά της...

Κυριακή 22 Ιουλίου 2007

Κοίτα να δεις πως αλλάξαμε, δες τη ζωή που ξεγράψαμε...

Κοίτα να δεις πως αλλάξαμε... Πως καμιά φορά ακόμα και κάποιες φιλίες φτάνουν σε ένα τέλμα. Σε ένα αδιέξοδο. Να μη μπορείς να σκεφτείς πως θα τις επαναφέρεις στη ζωή... να μη θέλουν οι υπόλοιποι. Να αρκούνται και να βολεύονται σε αυτή τη σιωπή που όλο και μεγαλώνει μεταξύ μας. Δεν ξέρω πια τι είναι... τι φταίει. Φταίει η δουλειά; φταίει η ζωή που κάνει ο καθένας; φταίει η απαίτηση που έχουμε να είναι ο απέναντί μας ίδιος με εμας; φταίει η κριτική που βγαίνει αυθόρμητα απο μέσα μας; Δεν ξέρω πιά. Έχω κρατήσει στο μυαλό μου εικόνες, στιγμές, φωνές που δεν θυμίζουν πια τίποτα. Είναι σα να θυμάμαι άλλα άτομα. Άτομα που ήταν κύριοι του εαυτού τους, άτομα που ήταν διαφορετικά... και σήμερα τι; όλοι να βολέψουμε την πάρτη μας. Πανεπιστήμια, νεολαίες κομμάτων, δήθεν γκλαμουριά και διασημότητα στον μικρόκοσμο του Παντείου. Ψεύτικοι φίλοι, δήθεν ενδιαφέροντα και μόλις είμαστε μόνοι ξανά σκεφτόμαστε τα δύο φιλαράκια που κάποτε είχαμε. Αυτά με τα οποία σουλατσάραμε εδώ κι εκεί, που γελούσαμε με όσους μας έκριναν, που πηγαίναμε κόντρα σε όλα. Και τώρα για να βρεθούμε θέλει και ραντεβού σχεδόν. Σαν υποχρέωση. Και ποτέ δε φταίμε εμείς για την κατάσταση. Πάντα φταίνε οι άλλοι. Η Αλίκη, ο Νίκος, ο Θοδωρής. Καθένας απο τη μεριά του. Εμεις όμως που κρίνουμε τις επιλογές των άλλων; που γελάμε με αυτές; που ξεχωρίζουμε και διακρίνουμε μεταξύ δύο φίλων; που λέμε ότι βολεύει εμας. Κούράστηκα να δικαιολογούμαι και να ακούω δικαιολογίες. Ειδικά όταν αυτές είναι πρόχειρες για τόσο δύσκολα πράγματα. Όπως η φιλία. Τα κάναμε χάλια. Ας το αποδεχτούμε και ας πάρει ο καθένας την ευθύνη που του αναλογεί. Και ότι παράπονο υπάρχει ας ακουστεί. Γιατί όσο μένει κρυφό μεγαλώνει το χάσμα κι άλλο... και σε λίγο καιρό δε θα κλείνει, δε θα σώζεται...

Τρίτη 17 Ιουλίου 2007

Είσαι το καλοκαίρι μου...

Είναι στιγμές που νιώθω πως πνίγομαι μέσα σε όλα αυτά που θέλω να πω και δε μπορώ. Δεν ξέρω αν πρέπει να τα πω. Γιατί δεν είμαι σίγουρος. Μάλλον, είμαι σίγουρος αλλά δεν ξέρω κατα πόσο πολύ θα συνεχίσω να είμαι στο μέλλον. Την αγαπάω. Γι' αυτό πια είμαι σίγουρος. Και κάθε φορά που μου λέει τι νιώθει και εγώ απλά σωπαίνω, νιώθω σα να είμαι συνένοχος σε αυτή την κατάσταση. Του να την σκέφτομαι και να μην την έχω. Γιατί... ο χρόνος, αυτό είναι το γιατί. Η μάλλον αυτό ήθελα να πιστεύω. Κατα βάθος θέλησα να αφήσω όλα αυτα που, απλόχερα, μου είχε προσφέρει για κάτι αβέβαιο. Και την άφησα έτσι απλά. Και καμιά φορά αντιλαμβάνομαι πόσο μαραζώνει αυτή με τόσα πράγματα που νιώθει για μένα και δε μπορεί να τα πεί. Αυτή τη φορα όμως θέλω να τα αφήσω πίσω όλα. Θέλω να την έχω και να μην την ξαναφήσω. Γιατί έτσι είμαι δυστυχισμένος. Δεν έχω δύναμη, γέλιο, αντοχή. Γιατι το γέλιο της με αλλάζει, όσο μελό κι αν ακούγεται. Είναι στιγμές που νιώθω πως θα σπάσει η καρδιά μου. Όταν τη βλέπω σκέφτομαι καλοκαίρι, Χριστούγεννα, μουσικές, γέλια, γιορτές, διακοπές, Σαββατοκύριακα, γενέθλια... Και πως νιώθει εκείνη όταν βρισκόμαστε; σαν παιδί που έχει τα γενέθλια του. Πως εκείνη η μέρα της ανήκει. Τι πιό όμορφο μπορεί να σου πει κάποιος για να σου δείξει το πόσο σημαντικός είσαι για αυτόν; κι όμως... Τρέμω στην ιδέα μήπως τη χάσω... δεν θα το αντέξω...

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2007

Κάψτε τα αυθαίρετα...

Πάει η Πάρνηθα, κάηκε ο Πόρος, λαμπάδιασε η Χαλκιδική, έγινε κάρβουνο η Σκιάθος, ε να μην περιποιούνταν και τον Υμηττό; Ναι, τον Υμηττό, το ίδιο βουνό που έχουν ξανακάψει πριν δύο χρόνια, αυτό που δεν πρόλαβε ακόμα να πετάξει νέα βλαστάρια. Στις ειδήσεις βγήκαν κάθε είδους ανεύθυνοι υπεύθυνοι για να κατηγορήσουν τους δασοπυροσβέστες, την αντιπολίτευση, τους δημάρχους, τους αστυνομικούς, τον Θεό, τον αέρα που φύσαγε, αρκεί να βγουν αυτοί λάδι. Εγώ προσωπικά κουράστηκα να ακούω πολιτικούς να βγάζουν πολιτικούς λόγους πάνω σε στάχτες, κουράστηκα αυτη την ευθυνοφοβία τους να παραδεχτούν πως "ναι κύριοι τα κάναμε μπουρδ.... και εμείς και οι προκάτοχοι μας". Όλοι τώρα λένε πως δεσμεύονται για αναδάσωση, να μην πουλήσουν οικόπεδα, να προστατέψουν τη φυσική μας κληρονομιά (ανάθεμα η ώρα...) μα στο τέλος και κατά έναν παράξενο τρόπο η Αθήνα ανεβαίνει προς τα πάνω... ξέρετε, εκεί που ήταν να γίνουν αναδασώσεις, εκεί που είναι η φυσική μας κληρονομιά. Όταν όμως έρθουν τα πρωτοβρόχια και πλημμυρίσουν βγαίνουν στα κανάλια και καταγγέλουν την ανετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού. Καλά να πάθεις αγαπητέ μου, να πλημμυρίσεις και φέτος, να πλημμυρίζεις και για τα υπόλοιπα εκατό χρόνια. Σκέφτηκα και κάτι άλλο. Κάποιοι λένε πως η λύση για τη βία είναι η ίδια η βία. Οπότε κι εμείς, όπως αυτοί καίνε τα δάση μας να κάψουμε κι εμείς τα γιαπιά που θα πεταχτούν πάνω στις στάχτες. Και να τα καίμε μέχρι να μη χτιστούν. Γιατί όσο περιμένουμε απο τους αρμοδίους θα ακούτε λόγια του κωλ...Και όσοι λένε αυτά τα λόγια συνήθως τα κάνουν κωλ... σε όλα.