Τρίτη 29 Ιουλίου 2008

Λίγα και καλά

Κάποιοι γυρίσαμε, κάποιοι φεύγουμε και κάποιοι θα φύγουμε. Σε όλων τη σκέψη είναι οι διακοπές. Οι επόμενες για όσους έφυγαν, οι ερχόμενες για όσους σβήνουν (μαρτυρικά) μέρες απο το ημερολόγιο. Ζούμε 12 μήνες για 3 βδομάδες. Δεν ξέρω αν αξίζει τον κόπο, αυτό θα το φροντίσουμε εμείς. Άλλοι θα πάμε σε κοσμικά νησιά, άλλοι σε ερημονήσια, άλλοι βουνό, άλλοι θάλασσα... Περιμένουμε αυτόν τον ήλιο που θα καίει το δέρμα μας, την άμμο που θα κολλάει σε αυτό, την αλμύρα, την γλυκιά ταλαιπωρία των ΚΤΕΛ των νησιών (που ανάθεμα κι αν κατάλαβα ποτε, γιατί κόβουν εισητήρια αφού μπεί ο κόσμος στο λεωφορείο και όχι πριν), την πιο ωραία καθυστέρηση των καραβιών (όταν έχεις μπει μέσα, δε σε νοιάζει τίποτα πιά), τα υπερλούξ (απο τις φωτογραφίες) δωμάτια, που τελικά είναι πρώην κελιά, τα ποτα που σε κάνουν και βλέπεις ό'τι θες,τα παιδια να παίζουν στην άμμο, το χταποδάκι με το ούζο, τον ξάστερο ουρανό, τον αέρα που μυρίζει θυμάρι...Ο καθένας για κάτι διαφορετικό ζεί. Να πάρετε μαζί το πιο ζεστό σας χαμόγελο και να αφήσετε πίσω νεύρα και γκρίνια, να ακούτε την αγαπημένη σας μουσική και να ξεχάσετε κορναρίσματα και φωνές, αέρας μέσα καυσαέριο έξω και μακριά απο Θεόφιλος και λοιπούς συγγενείς, δεν έχουν αισθητήρες παρκαρίσματος... Καλο καλοκαίρι και καλή επιστροφή!

Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

Απανθρωπία ως τέχνη


Απο την Ελευθεροτυπία


«Φιλότεχνοι» περιφέρονται στην γκαλερί, αδιάφοροι για το μαρτύριο του ζώου.Είχαν ρωτήσει κάποτε έναν μεγάλο καλλιτέχνη (νομίζω τον Πικάσο) τι θα προτιμούσε να σώσει, αν το σπίτι του έπιανε φωτιά: Εναν σπάνιο και μεγάλης αξίας πίνακα ή μια γάτα. Κι εκείνος, χωρίς καν να το σκεφτεί, είχε απαντήσει: Φυσικά, τη γάτα!Φαίνεται όμως ότι υπάρχουν καλλιτέχνες και «καλλιτέχνες», με απαραίτητα τα εισαγωγικά. Στους δεύτερους συγκαταλέγεται και κάποιος λεχρίτης, ονόματι Γκουιγέρμο Βάργκας Χαμπακούκ (Habacuc), ο οποίος το Νοέμβριο του 2007 πήρε έναν αδέσποτο σκύλο απ' το δρόμο, τον πήγε σε μια γκαλερί -όπου εξέθετε τα έργα του- τον έδεσε και τον άφησε εκεί, χωρίς φαΐ και νερό, μέχρι που το δύστυχο ζώο ξεψύχησε, σκελετωμένο.Το τραγικό είναι ότι κατά τη διάρκεια της έκθεσης πλήθος... φιλότεχνων επισκέφτηκαν την γκαλερί, κανείς τους όμως δεν έδωσε σημασία στο σκελετωμένο σκυλί, που σερνόταν δίπλα τους απελπισμένο. Προφανώς έβρισκαν σημαντικό το... χάπενινγκ του αλητήριου «καλλιτέχνη».

«Βοηθήστε με!», θα 'λεγε το δύστυχο ζωάκι, αλλά κανείς δεν νοιάστηκε. Το πιο τραγικό ακόμα είναι ότι αυτός ο αλήτης και η «τέχνη» του άρεσαν τόσο στους υπεύθυνους της Μπιενάλε της Κεντρικής Αμερικής (Central American Biennial of Art), ώστε τον προσκάλεσαν να συμμετάσχει και σ' αυτήν, τη φετινή χρονιά! Τέτοια απανθρωπιά!(Να θυμίσουμε εδώ ένα παρόμοιο... χάπενινγκ κάποιου δικού μας μπουμπουκιού - «καλλιτέχνη», που είχε φυλακίσει μια ντουζίνα καναρίνια στην γκαλερί όπου εξέθετε, με αποτέλεσμα τα άτυχα πουλιά να πεθάνουν από τους καπνούς, την ασιτία και την αϋπνία - τα φώτα ήταν συνεχώς αναμμένα στην αίθουσα... Βλέπετε, η απανθρωπιά και η ηλιθιότητα διασχίζουν εύκολα τον Ατλαντικό). Οσοι επιθυμούν να διαμαρτυρηθούν -και είναι δύσκολο γι' αυτούς να πάνε να σαπίσουν στο ξύλο τον «καλλιτέχνη» αυτοπροσώπως μπορούν να στείλουν την υπογραφή τους: http:/www.petitionline.com/13031953/petition.html

Υποσχέσεις


Θέλω να σου υποσχεθώ. Δεν ξέρω αν πρέπει. Δεν ξέρω αν θα το τηρήσω. Αν θα το τηρήσεις κι εσύ. Αν θα μείνουμε μαζί, και για πόσο ακόμα. Και δεν το λέω γιατί σκέφτομαι να σε αφήσω. Απλώς πολλά περίεργα παιχνίδια παίζονται στη ζωή. Όπως περίεργο ήταν και το παιχνίδι που μας έφερε μαζί. Διάβασα όσα μου έγραψες. Και ήταν πολύ όμορφα, αν το δεις μονόπλευρα. Εγωιστικά. Δεν το βλέπω έτσι όμως. Εγώ σήμερα είμαι εδώ, αύριο μπορεί να μην είμαι. Μακάρι να μείνω για όσο περισσότερο γίνεται. Το μόνο σίγουρο είναι πως θα τα φτιάξουμε όλα, ένα-ένα. Δεν ξέρω αν θα κατορθώσω να τα κάνω όλα ονειρεμένα, σίγουρα θα τα κάνω καλύτερα. Το ξέρω πως δεν αντέχεις κανέναν πιά. Γιατί όλοι απαιτούνε. Μα έτσι είναι ο κόσμος ψυχή μου, απαιτητικός. Μακάρι να μην ήταν. Φοβάσαι πως θα αποτύχεις. Μα ποιός προσπάθησε και τα κατάφερε με τη μία. Το να φας τα μούτρα σου έχοντας προσπαθήσει, δεν είναι αποτυχία. Είναι γνώση. Γιατί έτσι θα μάθεις. Θέλεις να είσαι ελεύθερη, το ξέρω. Είσαι ελεύθερη όμως. Απλώς σε τρείς μήνες θα είσαι και επίσημα. Να χαρείς ό'τι θες, όσο θες και όπου θες. Απο το μεγαλύτερο ως το μικρότερο. Αυτό στο υπόσχομαι. Και μη στεναχωριέσαι που δε μπορείς να τα κάνεις τώρα. Κάθε ηλικία έχει τη σημασία της. Ξέρω πως ψάχνεις κίνητρα για να παλέψεις. Για να πάρεις μπροστά. Δεν ξέρω αν τα έχω. Ξέρω πως είναι η ζωή χωρίς πτυχίο. Οπότε θα περιμένω εσένα να μου πεις πως είναι με ένα πτυχίο. Έχεις δυνατότητες. Απλά σε έχει πάρει απο κάτω. Όλους μας πήρε τότε. Είναι μια περίοδος δύσκολη, με το μόνο θετικό, πως ορίζεις εσύ το τέλος, αν θα είναι καλό η λιγότερο καλό. Κακό δεν θα είναι ποτέ, να είσαι σίγουρη. Μίλησα για υποσχέσεις. Οπότε θα σου υποσχεθώ κάτι. Οτι αυτό το καλοκαίρι θα μαυρίσεις, θα πιείς, θα γελάσεις, θα κάνεις νυχτερινό μπάνιο, θα φας παγωτό, θα κοιμηθείς όσο θες, θα χορέψεις, θα αναπολήσεις, θα πας διακοπές σε ένα ωραίο νησί,θα τραγουδήσεις τραγούδια που θα ακούς στο ραδιόφωνο, θα γίνεις όμορφη πριν βγεις, θα δεις ένα ηλιοβασίλεμα, θα δεις μια ανατολή, θα μεθύσεις. Θα ζήσεις ένα-ένα τα μικρά σου όνειρα. Και εύχομαι να είμαι κι εγώ κάπου εκεί, για να ζήσουμε τα πιό μεγάλα όνειρα. Αυτά που δεν λέμε με λόγια. Είσαι το καλοκαίρι μου, θα γίνω η θάλασσά σου, Να ταξιδέψεις μαζί μου, να δροσιστέις, να ηρεμήσεις. Ακόμα κι αν πνιγώ σε αυτή απο όσα νιώθω για σένα...

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008

Άχρηστα ρολόγια...


Έχει κουραστεί. Όχι από μένα. Από όσα έχει πάνω απο το κεφάλι της. Κουράζεται και το ξέρω. Παλεύει και το καταλαβαίνω. Στεναχωριέται και μου γελάει... Για να είμαι εγώ χαρούμενος. Δεν είμαι όμως. Γιατί ξέρω πως θέλει να ξεφύγει από όλα. Ίσως όχι απο μένα. Ίσως και να θέλει να ξεφύγουμε μαζί. Να αφήσουμε πίσω αυτή την καθημερινότητα, αυτή τη βαβούρα κ τα πρέπει. Να μπούμε σε ένα καράβι χωρίς να ξέρουμε που θα μας βγάλει. Κ θα της το δώσω αυτό. Θα φύγουμε κάποια στιγμή. Το πότε δεν ξέρω ακόμα. Έτσι κι αλλιώς ο χρόνος είναι πράγμα ύπουλο. Πότε θες να κυλάει αργά, πότε θες να κυλάει γρήγορα. Αργά όταν είμαι μαζί της, γρήγορα όταν δεν είμαι. Δεν την έχω χαρεί ακόμα. Όσο θα ήθελα έστω. Συνέχεια μου την παίρνουν. Πότε τό ένα και πότε το άλλο. Αλλά δε με έχει κουράσει όλο αυτό. Με στεναχωρεί καμιά φορά, με πνίγει. Μα με πεισμώνει κι άλλο. Γιατί κάτι, βαθιά μέσα μου, λέει πως στο τέλος της παρτίδας θα κερδίσω, ακόμα κι αν χάνω τώρα. Έτσι κι αλλιώς έχω κάνει στούκι. Όλα η τίποτα. Και τα έχω παίξει όλα για χάρη της. Δεν το μετανιώνω. Ξέρω πως ότι της δίνω, το χρειάζεται. Ζει με αυτά, αναπνέει, χαμογελάει, νιώθει, αγαπάει, ονειρεύεται. Της δείχνω πως υπάρχει και κάτι πολύ πιο όμορφο από αυτό που υπάρχει γύρω μας. Έστω κι αν χρονικά είναι δυσανάλογο. Και αναφέρομαι σε αυτές τις μικρές-μικρές στιγμές. Όταν με κρατάει σφιχτά πριν φύγει. Σα να με βλέπει για τελευταία φορά. Όταν τη χαϊδεύω από άκρη σε άκρη και κουρνιάζει στο λαιμό μου. Όταν βάζουμε μουσική στο αυτοκίνητο και γκρινιάζει επειδή δε τη δυναμώνω. Όταν μου κάνει τον Λούσιφερ τον γάτο και γελάω. Όταν κάνει ένα λάθος και τη διορθώνω. Όταν της μιλάω για κάτι που διάβασα και με ακούει με όση προσοχή διαθέτει. Και εντυπωσιάζεται με ό'τι λέω. Κάθε φορά που τη βλέπω, προσπαθώ να ζήσω ένα μικρό κομμάτι των ονείρων μου. Σε όσο χρόνο έχω. Το ίδιο και εκείνη. Και έμειναν ακόμα τρεις μήνες. Που θα τελειώσει με όλα και θα την έχω όσο θέλω. Που δε θα πνίγομαι μέσα στο χρόνο που δε μου φτάνει. Που θα πάψουμε να κοιτάμε το ρολόι, μόνο ο ένας τον άλλο. Που θα ξυπνήσω και θα τη δω δίπλα μου να κοιμάται και θα τη χαζεύω χωρίς να την ξυπνήσω. Πέρασε πολύς καιρός, πολλές λάθος επιλογές, πολλές στεναχώριες, ώσπου να καταλάβω τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο. Τι αξίζει και τι όχι. Τι είναι άσχημο και τι όμορφο. Και πλέον τα μάτια μου έτσι βλέπουν. Κοιτάζουν τα πραγματικά όμορφα. Ούτε την εμφάνιση, ούτε τα ρούχα, ούτε τα λεφτά, ούτε τίποτα. Κοιτάνε αυτό που θα με κάνει να χαμογελάσω, να κλάψω, να φωνάξω, να γελάσω, να πονέσω, να μισήσω. Αυτό που θα με κάνει να αισθάνομαι ζωντανός. Γιατί πλέον ζούμε σε έναν κόσμο, σε μία καθημερινότητα και δεν αντιδρούμε σε τίποτα. Όλα τα αφήνουμε στην τύχη και εμείς είμαστε θεατές. Θεατές μίας ζωής που θα έπρεπε να ζούμε. Και όχι να την αφήνουμε να μας προσπερνάει έτσι. Και όταν έχεις έναν άνθρωπο να στο θυμίζει αυτό, είναι το καλύτερο δώρο που έχεις πάρει στη ζωή σου.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2008

The end of the world by R.E.M

That's great, it starts with an earthquake, birds and
snakes, an aeroplane and Lenny Bruce is not afraid.
Eye of a hurricane, listen to yourself churn - world
serves its own needs, dummy serve your own needs.
Feed it off an aux speak, grunt, no, strength, the Ladder
start to clatter with fear fight down height.
Wire in a fire, representing seven games, and a government for hire at a combat site.
Left of west and coming in a hurry with the furys breathing down your neck.
Team by team reporters baffled, trumped, tethered cropped.
Look at that low playing.
Fine, then. Uh oh, overflow, population, common food, but it'll do to Save yourself, serve yourself.
World serves its own needs, listen to your heart bleed dummy with the rapture and the revered and the right, right. You vitriolic, patriotic, slam, fight, bright light, feeling pretty psyched.
It's the end of the world as we know it.
It's the end of the world as we know it.
It's the end of the world as we know it and I feel fine.
Six o'clock - TV hour. Don't get caught in foreign towers.
Slash and burn, return, listen to yourself churn.
Lock it in, uniforming, book burning, blood letting.
Every motive escalate. Automotive incinerate.
Light a candle, light a motive.
Step down, step down.
Watch your heel crush, crushed, uh-oh, this means no fear cavalier.
Renegade steer clear! A tournament, tournament, a tournament of lies.
Offer me solutions, offer me alternatives and I decline.
It's the end of the world as we know it.
It's the end of the world as we know it.
It's the end of the world as we know it and I feel fine.
The other night I dreamt of knives, continental drift divide.
Mountains sit in a line, Leonard Bernstein. Leonid Brezhnev, Lenny Bruce and Lester Bangs. Birthday party, cheesecake, jelly bean, boom!
You symbiotic, patriotic, slam bug net, right? Right.
It's the end of the world as we know it.
It's the end of the world as we know it.
It's the end of the world as we know it and I feel fine...fine...

Κι αν μας κλέβουν τη φωνή...


Πολύς λόγος γίνεται αυτή τη στιγμή για το φίμωμα των bloggers. Αν είναι σωστό η αν είναι λάθος. Το νόμισμα αυτό έχει δύο πλευρές. Η μία είναι αυτή που λέει, πως δεν μπορεί ο καθένας να λέει ανακρίβειες για κάποιον και μάλιστα δημόσια. Δεκτό. Η άλλη πλευρά είναι αυτή που λέει πως ο καθένας έχει το δικαίωμα να γράψει ό'τι θέλει, γιατά αυτό είναι το πιστεύω του. Δεκτό και αυτό. Και τα δύο ορθά είναι. Βέβαια, σε μία χώρα όπου η ανακρίβεια, η παραπληροφόρηση, το ρουφιανιλίκι και η "λάσπη" δίνουν και παίρνουν, δε μπορεί να απαιτεί η κυβέρνηση να υπάρχει όριο στο τι γράφουν τα blog, και ο κάθε ελεύθερος άνθρωπος. Είναι υποκριτικό. Αν όλα κυλούσαν ρολόι σε αυτή τη χώρα και το μονο της ψεγάδι ήμασταν εμείς, να το δεχτώ. Μάλλον όχι να το δεχτώ, έστω να έχει μία λογική μέσα στο μυαλό μου. Αλλά δεν έχει. Όπως δεν έχει λογική το θέμα με τις κάμερες στους δρόμους. Τις υποτιθέμενες κάμερες κυκλοφορίας που "τυχαία" λειτουργούν τις μέρες των διαδηλώσεων. Και "τυχαία" συλλαμβάνουν ανθρώπους μέσω αυτών. Αντισυνταγματικό θα πείτε. Δεκτό κι αυτό. Αλλά σε αυτή τη χώρα πιά δεν έχει μέινει και τίποτα χωρίς το πρώτο συνθετικό αντί-, για να επιδείξει. Έχει γίνει αντι-χώρα. Που είναι περήφανη μόνο για την χρυσή εποχή των αρχαίων ημών προγόνων. Που θέλει να λέγεται πατρίδα των μεταναστών, και όσους βρίσκει νεκρούς έπειτα απο αποτυχημένες προσπάθειες να βρούν τη "γη της επαγγελίας", τους θάβει μαζικά, με έναν αριθμό αντί για όνομα. Που μας πήρε το οξυγόνο το προηγούμενο καλοκαίρι και πλέον το μοσχοπουλάει. Που έχει ακόμα τους σεισμόπληκτους του '99 σε κοντέινερ και μαζί σε αυτούς προστέθηκαν και οι πυροπαθείς. Που μάχεται για να μην βεβηλώσουν τα Σκόπια, το όνομα Μακεδονία, λες και όλα τα είχαμε, η εθνική υπερηφάνεια μας έλειπε. Που με το ασφαλιστκό που επέβαλλε, πρώτα πεθαίνεις και μετά σε κηδεύουν με το εφάπαξ σου. Αλλά ο κάθε νοήμων άνθρωπος σε αυτή τη χώρα τα ξέρει όλα αυτά. Ξέρει τι είναι η κυβέρνηση μας. Μπορεί να μας κλείνουν σιγά σιγά. Δε μας φιμώνουν όμως. Γιατί λύνουν και δένουν αυτή τη στιγμή, επειδή οι περισσότεροι από μας δεν αντιδρούν σε τίποτα. Βλέπουν τηλεόραση και κοιμούνται. Μα ξεχνάνε πως όταν αποφάσισε ο λαός να βγεί στο δρόμο για να αλλάξει κάτι, ποτέ δεν έχασε. Ούτε απο καμία κυβέρνηση, ούτε απο καμία χούντα. Και πλέον αυτό τείνει να γίνει η κυβέρνηση. Μία νέα Χούντα. Λίγο πιο εκσυγχρονισμένη απο αυτή του 1974, μα Χούντα. Γι' αυτό άλλωστε μας κλείνουν. Γιατί επικοινωνούμε. Και απαγορεύεται η συνεστίασις άνω των δύο ατόμων. Θα συλλαμβάνονται. Έτσι γινόταν και τότε νομίζω. Δεν ξέρω για πόσο θα ανεχόμαστε ακόμα όλο αυτό. Για πόσο θα μας σταματάνε τα εμπόδια τους. Για πόσο θα πιστεύουμε την παραπληροφόρηση τους. Το βέβαιο είναι πως κάποιοι απο μας ξυπνάμε. Και ο ένας ξυπνάει τον άλλο. Και κάποια μέρα θα τους κατεβάσουμε απο εκεί που κυβερνούν. Γιατί πολλά μας τα κάνανε και βαρεθήκαμε. Και μην νομίζουν πως δεν μπορούμε. Εδώ μπορέσαμε και τους ψηφίσαμε δεύτερη φορα... Και μη μας λένε πως αυτά που γίνονται τον τελευταίο καιρό είναι σεισμοί. Απλώς τρίζουν κάποιων τα κόκκαλα...


Η συμπαράσταση μου στην Ψιλικατζού και σε όσους ακόμα θα υποστούν το μέτρο της απειλής και της έξωσης.

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2008

Χαστούκια και "χαστούκια"

Υπάρχουν πολλά είδη ανθρώπων. Ψεύτες και ειλικρινείς, χαζοί και έξυπνοι, καλοί και κακοί, όμορφοι και άσχημοι. Άνδρες και γυναίκες. Οι κατηγορία των ανδρών χωρίζεται σε δύο υποκατηγορίες. Ντόμπροι και άνανδροι. Και δυστυχώς έχουμε πείξει απο τους δεύτερους. Απο αυτούς που βλέπουν τον ανδρισμό τους με άλλο μάτι. Πιο φαλλοκρατικό, πιο εξουσιαστικό. Όχι σε όλους. Εκεί που τους παίρνει. Εκεί που ξέρουν πως ο'τι κι αν κάνουν θα περάσει. Εκεί που νιώθουν πως έχουν ισχύ. Αυτά τα άτομα συνήθως συχνάζουν σε πανεπιστήμια. Παιδάκια που απο το τίποτα, έγιναν "κάτι" λόγω μίας πολιτικής παράταξής. Συνήθως δεξιάς, γιατί οι αριστερές ακόμα ζουν (ευτυχώς) στην εποχή του Λένιν. Αυτοί οι άντρακλες λοιπόν, με την εξουσία που έχουν λόγω παράταξης, λύνουν και δένουν. Κ δε μιλάω για απλούς κόμπους. Μιλάω για πιο σύνθετα πράγματα. Άκουσα λοιπόν μια ιστορία, για άτομα επικεφαλής της επικρατούσας παράταξης σε πανεπιστήμιο της Αθήνας, όπου φέρονται σα νταβατζήδες. Αυτά τα άτομα λοιπόν, έχουν πάρει μια κοπέλα, την αναγκάζουν να παίρνει ναρκωτικά, τη βαράνε με μένος και μετά την "παίρνουν΄" όλοι μαζί. Η κοπέλα θέλει να ξεφύγει απο όλο αυτό μα δε μπορεί. Γιατί απειλείται. Ότι θα πάθει κακό. Άκουσε για μία συμφοιτήτρια της που επαναστάτησε και μετά την έστηλαν στο νοσοκομείο, έχοντας προηγουμένως σπάσει όλο της το σπίτι. Έτσι λοιπόν δεν ξεφεύγει. Παραμένει εκεί και δέχεται αμίλητα τις προσταγές τους. Τα βίτσια τους. Την εκτόνωση του ανδρισμού τους... Αυτά τα παιδιά δεν φταίνε όμως. Φταίνε όσοι ξέρουν και δε μιλάνε. Όσοι απλά μένουν θεατές. Όσοι τους φοβούνται. Και δεν καταλαβαίνω το γιατί. Γιατι να τους φοβάσαι. Αρχικά, η ανδρική ιδιότητα που ΕΤΥΧΕ να έχουν, έχει πάψει να υπάρχει. Αντρίκιο είναι να τα βάζεις με κάποιον ισάξιο σου. Επι ίσοις όροις. Αυτό πιο πολύ μου κάνει σε δειλία, φόβο, αναγκη αυτοεπιβεβαίωσης. Κάτι άνανδρο. Κάτι πιο θυλήκο. Γιατί εκει μέσα περνάει αυτό σαν επίτευγμα. Παραέξω όμως δεν μετράνε όλοι αυτοί. Γιατί είμαστε πολλοί εδώ. Που κουραστήκαμε με τις μαγκιές του κάθε τελευταίου που νομίζει πως μπορεί να απαυτώσει τον κόσμο. Απο τον πρόεδρο του 15 μελούς στο σχολείο έως τον αναλφάβητο που οδηγάει μερσεντές και νομίζει ότι είμαστε μία τρίχα απο τα αρχ.... Και ναί, μπορεί και να είμαστε. Εσείς όμως είστε η τρίχα απο τα αρχ.... εκατομμυρίων ανθρώπων κι εκει θα παραμείνετε. Να απολαμβάνετε τη διασημότητα σας. Αυτή που έχετε στο πανεπιστήμιο. Εκεί ,που εμείς που δουλεύουμε και παλεύουμε για τα λεφτά, δεν μετράει. Και δε μας νοιάζει. Γιατί εμείς εδώ έχουμε ντομπροσύνη, τσαγανό, ικανότητες. Αγαπάμε και μας αγαπάνε. Γελάμε και μας γελούν. Νιώθουμε μόνοι και υπάρχει μια αγκαλιά. Υπάρχει ειλικρίνια ρε αδερφέ. Πατάμε στα δικά μας πόδια. Πλακωνόμαστε στα ίσα, κι αν τις φάμε σηκωνόμαστε και πάλι φίλοι είμαστε. Ενώ εσύ έχεις κάτι κοπελίτσες που σε γουστάρουν για την ιδιότητα σου στη σχολή σου, όχι για τον χαρακτήρα σου, ούτε για την ομορφία σου, ούτε για τα (χαμένα απο καιρό) ανδρικά σου προσόντα. Και αυτό το ξέρεις. Και σε ενοχλεί. Γι' αυτό και τη βαράς άλλωστε, για να εκτονωθείς. Γι' αυτό και της δίνεις ναρκωτικά, γιατί αλλιώς δεν αντέχεσαι. Και κάτι άλλο. Ο πολύς ο κόσμος δεν παίρνει ναρκωτικά. Τουλάχιστόν τόσο βαριά ώστε να σε αντέξει... Οπότε βάρα όσο μπορείς τώρα, γιατι σε λίγα χρονάκια θα φάς τόσα χαστούκια, όσα δεν αντέχεις... Όχι απο άνθρωπο. Απο τη ζωή την ίδια... Και αυτή, παρά το όνομα, δεν είναι κοπέλα για να τη δείρεις.

Για την Α.
Καλά μυαλά και καλή δύναμη

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008

Είναι μέρες που φέρνει στον κόσμο την άνοιξη...


Είναι κάποιες μέρες που πραγματικα δεν πάει καλά τίποτα. Όλα σου πάνε κόντρα. Απο το αφεντικό σου, τη δουλειά σου και τα λεφτά σου έως τον καιρο που όλο βρέχει, το φανάρι που δεν πρόλαβες να περάσεις, τη θέση που είχες βρεί να παρκάρεις και στην έφαγε ο μπροστινός. Και μέσα σε όλα αυτα είναι κι αυτός ο φριχτός πονοκέφαλος που δε σε αφήνει να συνέλθεις. Και εντελώς συμπτωματικά εκείνη τη μέρα μαθαίνεις άσχημα νέα, κάτι που περίμενες καιρό στραβώνει και θες απλά να μπεις κάτω απο το πάπλωμα σου και να μείνεις εκεί ως το καλοκαίρι. Μέρες που, αν δεν υπάρχει ένας άνθρωπος να σε πάρει απλά μια αγκαλιά, δεν αντέχονται με τίποτα. Και αλήθεια, πόσοι περάσαμε τέτοιες μέρες μόνοι μας; οι πιο απαισιόδοξοι κλαίμε απο τα νεύρα μας, οι πιό αισιόδοξοι γελάμε με τη μέρα. Σα να την κοροϊδέυουμε. Σα να προσπαθούμε να σπάσουμε την κατάρα της. Και δεν τα καταφέρνουμε ποτέ. Και εκεί είναι η ειδοποιός διαφορά. Αν είσαι μόνος σου, αν υπάρχει κάποιος που θα την περάσει μαζί του. Κάποιος που θα σε κάνει να δεις τη βροχή, λιακάδα. Τη μέρα, νύχτα, το άσπρο, μαύρο. Κάποιος που θα σου ανοίξει την αγκαλιά του και θα κρυφτείς μέσα εκεί. Που παρότι όλα είναι μαύρα και φαντάζουν ακόμα πιο κατάμαυρα, σε κάνει να πιστέψεις πως όλα θα φτιάξουν. Σα να σου έκανε μάγια και να έσπασε την κατάρα της μέρας. Και δεν είναι μάγισσα. Αυτή απλά σε αγαπάει. Η αγάπη είναι η μάγισσα. Κι εσύ απλά περιμένεις απο το πρωί, πότε θα έρθει το βράδυ για να τη δεις. να σου γελάσει, να σου πει το ανέκδοτο που άκουσε γιατί το βρήκε πολύ αστείο και θέλει να γελάσετε μαζί, να σιγοτραγουδάει το τραγούδι που παίζει στο ραδιόφωνο, να σου γκρινιάξει που αναθεματίζεις την μπροστινή σου που πηγαίνει με 20 χιλιόμετρα, να σε ρωτήσει για τη μέρα σου και να ενδιαφέρεται πραγματικά για το αν ήταν καλή αυτή. Να σου χαϊδέυει τα μαλλια καθώς οδηγάς και να σου χαρίζει το πιο λαμπερό της χαμόγελο. Γιατί το ξέρει πως δεν ήταν καλή η μέρα σου. Μπορεί να μην ήταν ούτε εκείνης. Αλλά θα παλέψει να στην φτιάξει λίγο. Το ίδιο και εσύ. Με ένα φιλί, μια λέξη, ένα χάδι, μια αγκαλιά, ένα βλέμμα... Να την κοιτάς που έχει κάτσει οκλαδόν στο κάθισμα, να κοιτάει έξω απο το παράθυρο και να γελάει. Με τη βροχή, με τα προβλήματα μας. Με όλα όσα έκαναν μια μέρα, άσχημη μέρα. Και η πλάκα είναι πως θα γελάσω κι εγώ. Πως ξαφνικά θα μου περάσει ο πονοκέφαλος και θα πηγαίνω κι εγώ με 20 χιλιόμετρα πίσω απο τη μπροστινή μου, που θα δυναμώσω το ραδιόφωνο και θα σιγοτραγουδήσω μαζί της... Και στο τελείωμα αυτής της μέρας, όταν θα έχω ξαπλώσει στο κρεβάτι και θα κοιτάζω το ταβάνι, θα συνειδητοποιήσω κάτι. Πως όλα όσα έχω, δεν έχουν νόημα αν δεν τα μοιραστώ μαζί της. Απο το μήνυμα που θα στείλω, έως τη στραβή που θα μου τύχει. Γιατί θα με κάνει να μη στεναχωριέμαι. Θα με κάνει να ονειρευτώ ένα καλοκαίρι μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Μία αμμουδιά που θα μας καίει ο ήλιος όταν θα δουλεύω. Μια βουτιά μέσα στη θάλασσα όταν δε θα βρίσκω να παρκάρω. Γιατί το έχω ξαναγράψει... αυτή είναι το καλοκαίρι μου...