Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008

Άχρηστα ρολόγια...


Έχει κουραστεί. Όχι από μένα. Από όσα έχει πάνω απο το κεφάλι της. Κουράζεται και το ξέρω. Παλεύει και το καταλαβαίνω. Στεναχωριέται και μου γελάει... Για να είμαι εγώ χαρούμενος. Δεν είμαι όμως. Γιατί ξέρω πως θέλει να ξεφύγει από όλα. Ίσως όχι απο μένα. Ίσως και να θέλει να ξεφύγουμε μαζί. Να αφήσουμε πίσω αυτή την καθημερινότητα, αυτή τη βαβούρα κ τα πρέπει. Να μπούμε σε ένα καράβι χωρίς να ξέρουμε που θα μας βγάλει. Κ θα της το δώσω αυτό. Θα φύγουμε κάποια στιγμή. Το πότε δεν ξέρω ακόμα. Έτσι κι αλλιώς ο χρόνος είναι πράγμα ύπουλο. Πότε θες να κυλάει αργά, πότε θες να κυλάει γρήγορα. Αργά όταν είμαι μαζί της, γρήγορα όταν δεν είμαι. Δεν την έχω χαρεί ακόμα. Όσο θα ήθελα έστω. Συνέχεια μου την παίρνουν. Πότε τό ένα και πότε το άλλο. Αλλά δε με έχει κουράσει όλο αυτό. Με στεναχωρεί καμιά φορά, με πνίγει. Μα με πεισμώνει κι άλλο. Γιατί κάτι, βαθιά μέσα μου, λέει πως στο τέλος της παρτίδας θα κερδίσω, ακόμα κι αν χάνω τώρα. Έτσι κι αλλιώς έχω κάνει στούκι. Όλα η τίποτα. Και τα έχω παίξει όλα για χάρη της. Δεν το μετανιώνω. Ξέρω πως ότι της δίνω, το χρειάζεται. Ζει με αυτά, αναπνέει, χαμογελάει, νιώθει, αγαπάει, ονειρεύεται. Της δείχνω πως υπάρχει και κάτι πολύ πιο όμορφο από αυτό που υπάρχει γύρω μας. Έστω κι αν χρονικά είναι δυσανάλογο. Και αναφέρομαι σε αυτές τις μικρές-μικρές στιγμές. Όταν με κρατάει σφιχτά πριν φύγει. Σα να με βλέπει για τελευταία φορά. Όταν τη χαϊδεύω από άκρη σε άκρη και κουρνιάζει στο λαιμό μου. Όταν βάζουμε μουσική στο αυτοκίνητο και γκρινιάζει επειδή δε τη δυναμώνω. Όταν μου κάνει τον Λούσιφερ τον γάτο και γελάω. Όταν κάνει ένα λάθος και τη διορθώνω. Όταν της μιλάω για κάτι που διάβασα και με ακούει με όση προσοχή διαθέτει. Και εντυπωσιάζεται με ό'τι λέω. Κάθε φορά που τη βλέπω, προσπαθώ να ζήσω ένα μικρό κομμάτι των ονείρων μου. Σε όσο χρόνο έχω. Το ίδιο και εκείνη. Και έμειναν ακόμα τρεις μήνες. Που θα τελειώσει με όλα και θα την έχω όσο θέλω. Που δε θα πνίγομαι μέσα στο χρόνο που δε μου φτάνει. Που θα πάψουμε να κοιτάμε το ρολόι, μόνο ο ένας τον άλλο. Που θα ξυπνήσω και θα τη δω δίπλα μου να κοιμάται και θα τη χαζεύω χωρίς να την ξυπνήσω. Πέρασε πολύς καιρός, πολλές λάθος επιλογές, πολλές στεναχώριες, ώσπου να καταλάβω τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο. Τι αξίζει και τι όχι. Τι είναι άσχημο και τι όμορφο. Και πλέον τα μάτια μου έτσι βλέπουν. Κοιτάζουν τα πραγματικά όμορφα. Ούτε την εμφάνιση, ούτε τα ρούχα, ούτε τα λεφτά, ούτε τίποτα. Κοιτάνε αυτό που θα με κάνει να χαμογελάσω, να κλάψω, να φωνάξω, να γελάσω, να πονέσω, να μισήσω. Αυτό που θα με κάνει να αισθάνομαι ζωντανός. Γιατί πλέον ζούμε σε έναν κόσμο, σε μία καθημερινότητα και δεν αντιδρούμε σε τίποτα. Όλα τα αφήνουμε στην τύχη και εμείς είμαστε θεατές. Θεατές μίας ζωής που θα έπρεπε να ζούμε. Και όχι να την αφήνουμε να μας προσπερνάει έτσι. Και όταν έχεις έναν άνθρωπο να στο θυμίζει αυτό, είναι το καλύτερο δώρο που έχεις πάρει στη ζωή σου.

3 σχόλια:

ειρηνη είπε...

Τι όμορφα! Σας εύχομαι και στους δύο να βρείτε αύτο που ψάχνετε!

Aurangel είπε...

Όμορφο κείμενο.
Μου αρέσει ο τρόπος που εκφράζεσαι.
Πολύ ρομαντισμός, το συναισθημα, και το ένδιαφέρον εναλλάσσονται με έναν ιδιαίτερο τρόπο.
Angel kiss

Ανώνυμος είπε...

Einai toso tuxerh h kopela sou.Alla kai sy allo toso pou aisthanesai me auton ton tropo!Elpizw na stamatisoun ta axrista rologia kai na sunexisete mazi giati einai einai spania tosh omorfia!